ΔΙΑΦΟΡΑ

Η σκιά του Αγαμέμνονα και ο αποκαμωμένος Πυγμάχος

Η σκιά του Αγαμέμνονα και ο αποκαμωμένος Πυγμάχος
Advertisement

ΑΠΟ ΒΑΣΩ ΔΕΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Δεν είμαι εγώ που πήρα την Τροία. Στρατιώτες είπαν πως, μέσα στους καπνούς της πυρπολημένης πόλης, συνάντησαν έναν άντρα με το δικό μου βάδισμα και τα δικά μου χαρακτηριστικά, που σταματούσε μπρος στα σωριασμένο πάνω στα πεζοδρόμια πτώματα κι έπιανε τις γυναίκες που έτρεχαν να φύγουν από τα μαλλιά, για να τους φωνάξει πως τίποτα από αυτά δεν είναι αλήθεια, ότι η Τροία δεν καιγόταν, ότι ο Αγαμέμνων δεν είχε μπει ποτέ στην πόλη. Ο άντρας εκείνος δεν ήμουν εγώ.

Την ώρα που η Τροία καιγόταν κι οι Τρώες έσφαζαν τις γυναίκες τους για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού, ο Αγαμέμνων ήταν πολύ μακριά από την Τροία, ήταν στο Άργος, στο παράθυρο της κάμαράς του και κοίταζε που λαμπύριζαν τα πρώτα αστέρια, ύστερα από το κάμα της ημέρας, ανάσαινε τη μυρουδιά του καμμένου χόρτου, άκουγε να υψώνονται μέσα στη νύχτα τα γέλια των ημιονηγών των συγκεντρωμένων γύρω από τις φωτιές, Ο Αγαμέμνων ήταν εκεί κάτω και όλοι αυτοί οι θόρυβοι, αυτές οι οσμές, αυτά τα φώτα σχημάτιζαν μέσα στη νύχτα της Τροίας αλλόκοτα δεμάτια από στάχυα και πυρπολημένα παιδιά, από γέλια και κραυγές των σφαγιασθέντων.

Δεν ήμουν εγώ που πήρα την Τροία. Δεν γύρισα νικητής. Για κάποιον άλλο σίγουρα ετοίμασαν τις υποδοχές και τους θριάμβους. Εγώ γύρισα γυμνός στο Άργος. Φτάσαμε στο λιμάνι κατά το μεσημέρι. Κανείς δεν μας περίμενε, Ξεφορτώσαμε τα πράγματά μας, σκαρφαλώσαμε κάτω από τον ήλιο την πλαγιά μέχρι την πόλη. Τα κάτασπρα σπίτια της φάνηκαν. Σταματήσαμε προσπαθώντας να τ΄ αναγνωρίσουμε. Παιδιά, που μεγάλωσαν στην απουσία μας, μας πήραν για εχθρούς κι άρχισαν να τρέχουν φωνάζοντας. Τότε, σταμάτησα τους άντρες μου και τους είπα: «Τώρα αρχίζει για μας η πραγματική μάχη. Θα πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στις σκιές μας, ενάντια στα αλλοτινά μας πρόσωπα που μας προσμένουν εδώ. Θα πρέπει να συνηθίσουμε ξανά τους ίδιους τους εαυτούς μας. Ας προσπαθήσουμε αύριο να ξαναγυρίσουμε με κλειστά μάτια στον τόπο μας».

Όλοι γύρισαν ξανά στον τόπο τους. Βρήκαν ξανά τα σπίτια τους, τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους, τις τσάπες τους, τα δίχτυα τους. Ξαναβρήκαν το καφενείο κάτω από τα πλατάνια, οι γέροι τους περικύκλωσαν και τους είπαν: Και τώρα διηγηθείτε μας. Μόνος εγώ δεν ξαναβρήκα τίποτα. Μπαίνοντας μέσα στο παλάτι, κατάλαβα αμέσως πως κάποιος άλλος βασίλευε στη θέση μου. Ο θάνατός μου μόνο μου ανήκε ακόμα. Όταν η Κλυταιμνήστρα σήκωσε πάνω μου το βαρύ πέλεκυ μέσα στο λουτρό, δεν έκαμα καμιά κίνηση για να τη σταματήσω. Είδα ξανά την πόλη σε παραφροσύνη, τους άντρες που χτυπούσαν μπροστά τους στην τύχη, για να ανοίξουν γρηγορότερα το δρόμο προς το θάνατο. Μια γεύση από στάχτη πικρή μου ήρθε στο στόμα και μόλις που είχα το χρόνο να μουρμουρίσω: Δεν ήμουν εγώ που πήρα την Τροία…». JACQUES LACARRIERE

Χρόνια μετά η ίδια ιστορία του στρατιώτη, αυτή τη φορά από τη θέση του πυγμάχου, αποθανατίζεται σε ένα αριστουργηματικό χάλκινο άγαλμα της ελληνιστικής περιόδου, σπάνιας τέχνης και ομορφιάς καθώς πάνω του αποτυπώνονται όλα τα συναισθήματα που φέρει η πολύχρονη ενασχόλησή του με την πάλη. Βρέθηκε στο μοναστήρι του Σαν Συλβέστρο στον Κυριλάνιο λόφο όπου οι Ρωμαίοι έχτιζαν ναούς.

Ο πυγμάχος αναπαύεται πάνω σε ένα βράχο μετά την αναμέτρηση. Η μύτη του είναι σπασμένη, τα αυτιά του πρησμένα, το δεξί μάτι του μελανιασμένο, και τα δόντια του σπασμένα. Τα χέρια του φέρουν γάντια και φορά χοντρό δαχτυλίδι. Στα χείλη του, με αλλεπάλληλες στρώσεις χαλκού που χρησιμοποίησε ο καλλιτέχνης, έχει κηλίδες αίματος, το ίδιο ο αριστερός ώμος, το χέρι και ο μηρός του.

Στον πυγμάχο, ο οποίος δεν θεωρείται ότι αναπαριστά κάποιο συγκεκριμένο, καθρεφτίζεται μια συλλογή χαρακτηριστικών του τυπικού πυγμάχου. Ο – κάποτε – βασιλιάς πυγμάχος, μιας και όλοι όσοι έχουν μια πατρίδα, ένα σπίτι, μια οικογένεια και τους φίλους τους, είναι βασιλιάδες, τώρα στέκει αποκαμωμένος, κουρασμένος, από την επανάληψη μιας αέναης αλλά μάταιης μάχης, στρέφει το βλέμμα του και μας ρωτά: για πόσο ακόμα; Γιατί όλα αυτά;

Σαν έναν άλλο βασιλιά, μυθικό, τον Αγαμέμνονα, χρόνια πριν, που χάνει τον εαυτό του σε μια πολύχρονη μάχη, η οποία του στερεί τον εαυτό του, την ίδια του την ταυτότητα, τους φίλους του, την πατρίδα του, την ζωή του. Έτσι ώστε μοιάζει αναπόφευκτο να ακολουθήσει ο θάνατος.

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα
Advertisement