Νίκος Καζαντζάκης: «Ο φτωχούλης του θεού»-Απόσπασμα

Advertisement
Νίκος Καζαντζάκης: «Ο φτωχούλης του θεού»-Απόσπασμα
Advertisement

– Αρχοντόπουλο μου, είπα, να με συμπαθάς· ένα ήθελα να σε ρωτήσω, ετούτο: τρώς, πίνεις είσαι ντυμένος στο μετάξι, τραγουδάς κάτω από τα παραθύρια, γλέντι η ζωή σου· τίποτα λοιπόν δε σου λείπει; Ο νέος στράφηκε απότομα, αναμέρισε βίαια το μπράτσο, να μην τον αγγίξω.

– Τίποτα δε μου λείπει, αποκρίθηκε πεισματωμένος· γιατί με ρωτάς; Δε θέλω να με ρωτούν. Έδεσα κόμπο την καρδιά μου.

– Γιατί σε λυπούμαι αρχοντόπουλό μου, του αποκρίθηκα. Ο νέος να το ακούσει, τίναξε με αλαζονεία το κεφάλι:

– Εμένα; Είπε, εσυ;! – και γέλασε. Μα σε λίγο, χαμηλώνοντας τη φωνή του:

– Γιατί με λυπάσαι, γιατί; Ρώτησε λαχανιασμένος. Δεν αποκρίθηκα.

– Γιατί; Ξαναρώτησε. Έσκυψε, με κοίταξε στα μάτια.

– Ποιός είσαι ντυμένος σα ζητιάνος; ποιός; Ποιός σ έπεψε να με βρεις, εδώ στους δρόμους της Ασίζης τα μεσάνυχτα; Αγρίεψε:

– Μολόγα την αλήθεια! κάποιος σε στέλνει, ποιός; Και μην παίρνοντας απόκριση:

– Τίποτα δε μου λείπει! έκαμε χτυπώντας το πόδι του στη γης, δε θέλω να με λυπούνται· θέλω να με ζηλεύουν. Ναι, ναι, τίποτα δε μου λείπει!

– Τίποτα; έκαμα, μήτε ο ουρανός; Έσκυψε το κεφάλι, σώπασε· και σε λίγο:

– Πολύ αψηλά ναι ο ουρανός, δεν τον φτάνω·καλή ναι η γης, περίκαλη, κοντά μου!

– Δεν υπάρχει πράμα πιο κοντά μας από τον ουρανό· η γης είναι κάτω από τα πόδια μας και την πατούμε· ο ουρανός είναι μέσα μας. Το φεγγάρι είχε αρχίσει να χαμηλώνει, λίγα άστρα στον ουρανό· ανάρια ακούγονταν κοι καντάδες, όλο πάθος, από τις αλαργινές γειτονιές· ήταν γεμάτος ο νυχτερινός ετούτος καλοκαιριάτικος αέρας μυρωδιές κι έpωτα. Κάτω η πλατεία βουίζε.

– Ο ουρανός είναι μέσα μας, αρχοντόπουλό μου, ξανάπα εγώ.

– Πως το ξέρεις; με ρώτησε και με κοίταξε αλαφιασμένος.

– Πείνασα, δίψασα, πόνεσα – το μαθα.

Πηγή: cityportal.gr

Διαβάστε περισσότερα
Advertisement