Μαρία Πολυδούρη-Κώστας Καρυωτάκης∙ ένας έpωτας δραπέτης

Advertisement
Μαρία Πολυδούρη-Κώστας Καρυωτάκης∙ ένας έpωτας δραπέτης
Advertisement

«Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,

γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.

Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη

μένα η ζωή πληρώθη.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.»

Κι αυτούς τους στίχους δεν τους ξεχνώ ποτέ. Τρίτη λυκείου πήγαινα όταν στην ύλη των πανελλαδικών για τη λογοτεχνία ήταν τόσοι σπουδαίοι. Ονόματα τρανταχτά και κείμενα τετραπέρατα. Μα ήταν κι ένα ποίημα κάπως πιο απλό, πιο ταπεινό, φαινομενικά όχι τόσο περίτεχνο. Μιας ποιήτριας για την οποία δεν ήξερα πολλά. Το ποίημά της μιλούσε για έναν έpωτα. Έpωτα ανεκπλήρωτο. Και θαρρώ πως αυτοί οι έpωτες είναι οι πιο ρομαντικοί. Είναι εξιδανικευμένοι, θεοποιούν το αντικείμενο του πόθου. Κι επιμένουν, γιατί δεν είναι ικανοί για τίποτα λιγότερο.

Και τότε έμαθα πως ο έpωτας που μελετούσα για τις εξετάσεις ήταν έpωτας υπαρκτός. Υπαρκτά ανεκπλήρωτος κι ανατριχιαστικός. Τόσο ανατριχιαστικός που μου έμοιαζε περισσότερο με σενάριο ταινίας. Και το ποίημα της ποιήτριας, ύμνος στον έpωτα. Κι από τότε τους στίχους αυτούς δεν τους ξεχνώ ποτέ. Γιατί τα λόγια της είναι λόγια που φαντάζομαι πόσο ήθελε να τα χαράξει στην καρδιά του αγαπημένου της, ώστε να μείνει έτσι μαζί του για πάντα. Λόγια που σαν τα διαβάζεις νιώθεις τους παλμούς της καρδιάς της και το κορμί της να σπαρταρά.

Η Μαρία ήταν ατίθαση. Τολμηρή. Φλογερή. Κι αν η εποχή στην οποία έτυχε να γεννηθεί ήταν συντηρητική, εκείνη έβρισκε τον τρόπο να δραπετεύει απ’ όσους ήθελαν να φυλακίσουν τις ιδέες της. Απ’ τις μεγαλύτερες ιδέες της, η δύναμη της γυναίκας. Γυναίκα κι άντρας, όντα ισότιμα. Δεν καταλάβαινε από στερεότυπα κι αντρικούς ή γυναικείους κανόνες. Ήταν ύπαρξη λυρική μέσα σε μια πεζή πραγματικότητα. Κι έτσι λυρικά ερωτεύτηκε δίχως όρια, στερεότυπα και κανόνες. Γιατί ο αυθεντικός ανεπιτήδευτος έpωτας δε χωρά σε καλούπια. Ίσως δε χωρά και πουθενά και γι’ αυτό κάποτε χάνεται.

Η Μαρία ερωτεύτηκε τον Κώστα, ή χαϊδευτικά, τον Τάκη, όπως τον αποκαλεί στις επιστολές της. Ένας μελαγχολικός νέος που αμφισβητεί τον κόσμο και ψάχνει διέξοδο στα αδιέξοδα που προσπαθούν να του φράξουν τη δίοδο προς την ελευθερία. Αντιμετωπίζει τον κόσμο σκεπτικιστικά και μέσα απ’ τα ποιήματά του κρίνει όλα αυτά τα παράδοξα που εμποδίζουν τη φυγή της ύπαρξής του. Έτσι, δυο πνεύματα αντισυμβατικά, που θέλουν να πλάσουν μια διαφορετική κοινωνία για να ζήσουν, ερωτεύονται και γεννούν έναν απ’ τους πιο ρομαντικούς έpωτες της ποίησης.

Μα ο έpωτάς τους παραμένει στα όρια του πλατωνικού. Την πνευματική ολοκλήρωση αδυνατεί να ακολουθήσει η σαρκική, καθώς ο Τάκης πάσχει από σύφιλη, «ωχρά σπειροχαίτη», όπως την ονομάζει σε ποίημά του. Και την εποχή ετούτη κάτι τέτοιο περισσότερο σαν ντροπή αντιμετωπίζεται παρά ως ασθένεια. Εκείνος το κρατά καλά κρυμμένο για να μη στιγματιστεί, παρά μόνο το εξομολογείται στη Μαρία. Κι εκείνη φοβάται πως αυτά που της λέει είναι ψέματα μόνο για να τη διώξει απ’ τη ζωή του.

«Χρυσή μου, γιατί με ρωτάς αν πονώ στη σκέψη ότι μ’ αγαπάς έτσι; Πονώ επειδή σ’ αγαπώ περσότερο από όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ν’ αγαπήσω. Τι έχω κάμει λοιπόν για να μη με πιστεύεις ακόμη;»

Κι έτσι απαντά ο Τάκης στη Μαρία, επισφραγίζοντας και τη δική του αγάπη και κλείνει την επιστολή, όπως κάθε άλλη:

«Με χίλια φιλιά

Κ.»

Ο έpωτάς της, όμως, είναι πιο δυνατός από κάθε εμπόδιο κι η επιθυμία της δεν κλονίζεται. Ακραία γοητευμένη απ’ την ύπαρξη του Καρυωτάκη, σχεδόν εμμονικά εμμένει στην προσπάθειά της. Σε επιστολή της κάνει κάτι πρωτάκουστο για την εποχή. Του προτείνει να ζήσουν μαζί. Να ζήσουν μαζί κι ας μην κάνουν παιδιά. Και μια τέτοια πρόταση μια γυναίκα τότε δύσκολα θα ξεστόμιζε, μα η Μαρία, όπως είπαμε, δεν ήξερε να υπακούει σε αβάσιμους κοινωνικούς κανόνες.

Κάτι τέτοιο δεν ήταν γραφτό να γίνει. Ο Τάκης αυτοκτονεί. Κι αφήνει επιστολή την οποία προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν για χρόνια. Κι οι ερμηνείες πολλές. Γιατί να ‘ναι, άραγε, ο θάνατος επιλογή όταν μπορείς αντ’ αυτού να επιλέξεις τη ζωή; Μάλλον γιατί η ζωή αυτή δεν είναι όπως τη θες. Κι ο Τάκης δε δέχεται να ζει όπως δε θέλει. Δε δέχεται κάτι λιγότερο από αυτό που ονειρεύεται. Κι έτσι φεύγει σιωπηλά όπως ήρθε.

Η Μαρία προσβάλλεται από φυματίωση και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο. Εκεί είναι που μαθαίνει για τον θάνατο του αγαπημένου της. Κι ανατριχιάζω και μόνο στη σκέψη να φτάνει η είδηση στα αφτιά της. Και σαν να τελειώνει ο κόσμος, αφού πια αυτός δε ζει μέσα σ’ αυτόν. Μα ούτε ο θάνατος δεν είναι ικανός να την πάρει μακριά του. Κι η Μαρία δίνει τέλος στη ζωή της. Μια ένεση μορφίνης κι οι παλμοί της καρδιάς της σταματούν. Κι έτσι παύει να ‘ναι φυλακισμένη.

Σαν άλλος Ρωμαίος κι Ιουλιέτα, δυο πνεύματα ελεύθερα λύνουν τα δεσμά της ζωής και χάνονται στην αιωνιότητα για να συναντηθούν κάπου άλλου. Δραπετεύουν απ’ τον κόσμο που τους φυλάκισαν και ταξιδεύουν σε έναν άλλο κόσμο. Σε έναν κόσμο λυρικό όπου ο έpωτας είναι ποίηση κι η ποίηση ζωή.

Αξίζει, τελικά, να πεθάνεις για έναν έpωτα; Όχι. Ίσως αξίζει, όμως, να πεθάνεις για την ελευθερία.

Με χίλια φιλιά.

Συντάκτης: Ουρανία Κάππου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Πηγή: pillowfights.gr

Διαβάστε περισσότερα
Advertisement

Πρόσφατα άρθρα