Και τι δε θα έδινα να σ’είχα εδώ, μαμά

Advertisement
Και τι δε θα έδινα να σ’είχα εδώ, μαμά
Advertisement

Σήμερα θα μιλήσω για το δικό μου σημάδι. Αυτό που αφήνει πάνω σου ο θάνατος.
Ανεξίτηλο κι επώδυνο.

«Καλό ταξίδι πολυαγαπημένη μας» έγραφε ένα από τα στεφάνια που είθισται να συνοδεύουν το αγαπημένο πρόσωπο που φεύγει.

Ποιο ταξίδι λέει ρε μαμά; Τι μ@λακίες είναι αυτές; Εγώ σε είδα να αφήνεις τη τελευταία σου ανάσα και να πεθαίνεις στα χέρια μου κι αυτοί πάνε να μου το ωραιοποιήσουν και να μου πουν ότι πας ταξίδι;
Αν πήγαινες ταξίδι θαρρώ θα χαιρόμασταν όλοι και κανείς δεν θα έκλαιγε.

Ήμουν θυμωμένη ναι, κι ακόμα είμαι. 4 χρόνια μετά κι ακόμα ο θυμός δεν έχει σβήσει τελείως.
Ούτε η θλίψη.
Και μεταξύ μας, δε νομίζω ότι θα σβήσει και ποτέ.
Βλέπεις το να μιλάω σε μια φωτογραφία δε με γεμίζει.
Η φωτογραφία δε μου απαντάει, δε με συμβουλεύει, δε με μαλώνει, αλλά κυρίως δε με αγκαλιάζει· και όποιος στερήθηκε την αγκαλιά της μάνας μόνο αυτός ξέρει για τι έλλειψη μιλάμε.

Είναι εκείνη η αγκαλιά που σε δέχεται όπως κι αν είσαι, με ό,τι ζαβολιά έκανες σαν μικρό παιδί και ό,τι λάθος ως ενήλικας. Εκείνη που συγχωρεί. Πάντα και τα πάντα.

Κάθε θάνατος αγαπημένου προσώπου σε σημαδεύει, αλλά ο θάνατος εκείνης που σε έφερε στη ζωή είναι κάτι που όσες λέξεις κι αν γράψω για να αποτυπώσω το συναίσθημα, θα είναι λίγες.

Κόβεται απότομα ο ομφάλιος λώρος και κανείς δεν σε έχει προετοιμάσει για το τι θα ακολουθήσει. Οπότε τα ταξίδια και οι παρηγοριές είναι μια μ@λακία και μισή.

Δεν το συνειδητοποιείς αμέσως.
Κλαις, ουρλιάζεις, χτυπιέσαι, παρακαλάς να ξυπνήσεις από τον εφιάλτη αλλά η πραγματικότητα είναι πως το επόμενο πρωί εκείνη δε θα είναι εκεί.

Δε θα σε πάρει 10 τηλέφωνα μες την ημέρα για να δει αν έφαγες, αν ντύθηκες καλά, αν θα αργήσεις, γιατί θα αργήσεις, με ποιόν είσαι, μήπως ήπιες πολύ.

Δε θα σε περιμένει άυπνη μέχρι να βεβαιωθεί ότι έφτασες σώα στο σπίτι.

Δε θα σε μαλώσει που πατάς ξυπόλυτη και θα κρυώσεις.

Δε θα σε φιλήσει στο μέτωπο και θα σου πει με σιγουριά 38,2, χωρίς θερμόμετρο.

Δε θα ρίξετε άλλον ένα ομηρικό καβγά επειδή έβαλες τσίτα τη μουσική.

Δε θα σου μαγειρέψει το αγαπημένο σου φαγητό που μόνο από εκείνη έχει την καλύτερη γεύση.

Δε θα περάσει ξανά από κόσκινο όποιον άντρα σε πλησιάσει για να βεβαιωθεί, όσο μπορεί, ότι δε θα σε πληγώσει.

Έπιασα τον εαυτό μου να την αναζητάει σε κάθε χαρά και λύπη της ζωής μου.
Την πρώτη φορά που πέρασα φλέβα ως νοσηλεύτρια πήρα το κινητό στο χέρι και σχημάτισα τον αριθμό της να της το πω. Να αισθανθεί περήφανη.
Μόλις πάτησα και το τελευταίο ψηφίο κατάλαβα ότι δεν θα το σήκωνε κανείς. Ξέσπασα.
Είχα χάσει το σημείο αναφοράς μου.

Όταν δε, έγινα και η ίδια μαμά, ήθελα πραγματικά τη μαμά μου για να μοιραστώ αυτό το τεράστιο γεγονός μαζί της και να μοιραστεί τις τεράστιες γνώσεις της για τα μωρά με μένα.

Ενώ οι περισσότερες κόρες έχουν τη μαμά τους από δίπλα για να τους εξηγήσει από το πώς θα πιάσουν ένα μωρό, μέχρι πώς θα το αλλάξουν, εγώ είχα βιβλία στη θέση της.

Ακούω άλλους που νευριάζουν με τις μαμάδες τους, που μαλώνουν και παραπονιούνται και αναρωτιέμαι αν αντιλαμβάνονται πόσο τυχεροί είναι που έχουν ακόμα κι αυτόν τον καυγά.

Και τι δε θα έδινα για έναν ακόμα καυγά, αφού στις δυο ώρες θα άνοιγες πάλι το δωμάτιο μου για να δεις αν είμαι καλά.

Και τι δε θα έδινα για μια συμβουλή που μπορεί και να μην την ακολουθούσα.

Και τι δε θα έδινα να ήσουν απλά εδώ και να πεις εκείνο το «σ’αγαπώ μωρό μου» κι ας μην είμαι πια μωρό.

Όταν αρρώστησες εσύ ήσουν η γενναία κι εγώ η άρρωστη. Εσύ το αποδέχτηκες κι εγώ τα έβαλα με Θεούς και δαίμονες.

Μαμά σημαίνει να αφήνεις την τελευταία σου πνοή και να λες «μη πονάς παιδί μου».

Ο θάνατος σου μου δίδαξε τη ζωή, και καλύτερο μάθημα δεν μπορούσες να μου δώσεις.

Αυτό μαζί με αυτό το ρημάδι το «σ’αγαπώ», που πρέπει να λέμε κάθε που το νιώθουμε και να το δείχνουμε με κάθε τρόπο.

Και μου λείπεις, απίστευτα πολύ.

Αφιερωμένο στη μαμά μου που έφυγε πολύ νωρίς.

Βούλα Ραπτούδη

Πηγή: pillowfights.gr

Διαβάστε περισσότερα
Advertisement

Πρόσφατα άρθρα