Σκέψεις ενός παιδιού που κυνηγούσε κομήτες

Advertisement
Σκέψεις ενός παιδιού που κυνηγούσε κομήτες
Advertisement

Γιατί, οι άνθρωποι δεν σταματάνε να παίζουν επειδή γερνάνε. Γερνάνε επειδή σταματάνε να παίζουν.

«Όταν είναι κανείς νέος, είναι πολύ νωρίς. Όταν είναι γέρος, είναι πολύ αργά»
Διογένης ο Κυνικός

«Ενώ οι νέοι αναζητούν την περιπέτεια, οι γέροι λαχταρούν την ασφάλεια»
Ναγκίμπ Μαχφούζ

Ήμουν 11 χρονών όταν πέρασε ο κομήτης του Χάλεϊ. Έβγαινα στο μπαλκόνι για να τον δω, αλλά ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος.

«Δεν πειράζει», είχα πει στον πατέρα μου. «Θα τον ξαναδώ όταν ξανάρθει, σε 75 χρόνια… 86 χρονών θα είμαι τότε.»

Ο πατέρας μου δεν γέλασε. Με είχε κοιτάξει πολύ σοβαρά και είπε μόνο: «Μακάρι να τον δεις».

Και με χάιδεψε. Με θλίψη

Τώρα, που έχω πλέον την τότε ηλικία του πατέρα μου, και ένα παιδί λίγο μικρότερο από τον πιτσιρικά που κυνηγούσε κομήτες, καταλαβαίνω, νιώθω ότι μπορώ να καταλάβω, το βλέμμα του, τη θλίψη του.

Το πρώτο που θα σκέφτηκε μάλλον θα ήταν ότι σε 75 χρόνια εκείνος αποκλείεται να είναι ζωντανός.

Όμως δεν νομίζω ότι η θλίψη προερχόταν από την ξαφνική συνειδητοποίηση της θνητότητας του. Ένας σαραντάχρονος έχει αρχίσει να συμβιβάζεται με τον θάνατο του. Και αν έχει επίγνωση της πραγματικότητας, θα πρέπει να ευχαριστεί το θεό, το σύμπαν, την τύχη, που κατάφερε να φτάσει τα σαράντα.

Όταν όμως το παιδί σου μιλάει για τα γεράματα του τότε η πραγματικότητα είναι αμείλικτη.

Έχεις μπροστά σου ένα μπουμπούκι (τι άλλο είναι ένα δεκάχρονο παιδί;) και το φαντάζεσαι ως έναν γέρο, λίγο πριν το θάνατο.

Και το χειρότερο είναι ότι καθώς αναλογίζεσαι την πιθανότητα να επιζήσει ως τα 86, αναλογίζεσαι και την πιθανότητα να πεθάνει πριν από αυτή την ηλικία.

Έτσι συνειδητοποιείς ότι το παιδί σου είναι θνητό.

Κάποιος αρχαίος Έλληνας τριγυρνούσε στην Αγορά κλαίγοντας και ξεριζώνοντας τα μαλλιά του. Μόλις είχε χάσει το παιδί του.

Ένας στωικός φιλόσοφος τον πλησίασε και του είπε:
«Γιατί κλαις; Δεν ήξερες ότι το παιδί σου είναι θνητό;»

«Το ήξερα», απάντησε εκείνος ανάμεσα στους λυγμούς.

«Τότε γιατί κλαις; Δεν μπορείς να το φέρεις πίσω.»

«Γι” αυτό κλαίω», είπε ο άνθρωπος και έφυγε κλαίγοντας, αφήνοντας τον στωικό στην στωικότητα του.

Τα παιδιά ψυχανεμίζονται το αναπόφευκτο του θανάτου (για όλους, και για τον εαυτό τους) στην ηλικία των 5 ή 6 ετών.

Μπορεί και να ρωτήσουν, για να βεβαιωθούν, ίσως αποφεύγοντας τη λέξη.

«Κάποια μέρα θα γεράσω κι εγώ;»

«Θα ζήσεις τόσο πολλά, τόσο υπέροχα πράγματα μέχρι τότε», θα του πουν οι γονείς.

Αυτό είναι το μόνο αντίδοτο στον θάνατο: Η ζωή.

Κι αυτό κάνουν τα παιδιά. Ζούνε.

Το παιδί είναι αθάνατο, γιατί δεν το απασχολεί το μέλλον. Δεν έχει ακριβή επίγνωση του χρόνου. Ανησυχεί πιο πολύ για το σβήσιμο του ήλιου (σε πέντε δισεκατομμύρια χρόνια), παρά για τον προστάτη και τα καρδιαναπνευστικά προβλήματα.

“Ετσι είναι και οι έφηβοι. Αλλά εκείνοι δεν είναι απλά αθάνατοι, είναι και παντοδύναμοι.

Ειδικά μόλις ξεπεράσει το μέγιστο πρόβλημα της ακμής, ο έφηβος (ή νέος) πιστεύει ότι μπορεί να καταφέρει τα πάντα, να μετακινήσει βουνά, να αλλάξει τον κόσμο.

Καθώς τα χρόνια και οι δεκαετίες περνούν μαθαίνει να συμβιβάζεται με λιγότερα.

Ο σαραντάχρονος γνωρίζει (ή μήπως πιστεύει;) ότι ο κόσμος δεν αλλάζει τόσο εύκολα και ότι δεν αρκεί πίστη ίση με κόκκο σινάπεως για να μετακινήσει βουνά.

Ο εικοσάχρονος θέλει τον κόσμο και τον θέλει τώρα. Ο σαραντάχρονος θα αρκεστεί σε έναν κόσμο με λίγες βελτιώσεις.

Και μετά, πενήντα, εξήντα χρονών, επιζητά την ασφάλεια, ένα σταθερό περιβάλλον για να ξεκουράσει τα κουρασμένα του κόκκαλα.

Οι άνθρωποι δεν σταματάνε να παίζουν επειδή γερνάνε. Γερνάνε επειδή σταματάνε να παίζουν. Έτσι έγραφε κάποιος.

Το πρόβλημα είναι ότι καθώς τα χρόνια συσσωρεύονται στο κεφάλι σου, μαζί με τα συνακόλουθα οικονομικά και υγείας προβλήματα, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να παίξεις.Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

Σελίδες — 1 2

Διαβάστε περισσότερα
Advertisement

Σχετικά άρθρα