Έλεγες πως μ’ αγαπάς κι εγώ έκανα πως σε πίστευα

Advertisement
Έλεγες πως μ’ αγαπάς κι εγώ έκανα πως σε πίστευα
Advertisement

Και καλά μ’ αγαπάς, αλλά τα ρούχα μου είναι πάλι πάνω στο κρεβάτι, στοίβες κι όσα πιο πολλά τα ρούχα τόσες πιο πολλές οι απουσίες σου. Τις μέτρησα μπλούζα-μπλούζα ακουμπισμένες στο κρεβάτι. Τις μέτρησα και με κάτι γόπες, απ’ τα κομμένα, που γέμιζαν το τασάκι. Το είχα κόψει μαχαίρι όταν μου το ζήτησες. Κατά γράμμα άκουγα τις συμβουλές σου πάντα.

Έκανα κακό στην υγεία μου, έλεγες, κι εσύ με αγαπούσες, δε θα άντεχες να πάθω κάτι. Έπρεπε όμως να βρω ένα τρόπο να μετράω και τελικά δεν έπαθα τίποτα απ’ το τσιγάρο, απ’ το μέτρημα πάλι είναι άλλο θέμα. Άλλωστε μέχρι ένα την ημέρα έφτασα ίσα για το μέτρημα, για να μη χάσω τις μέρες, για να θυμάμαι.

Στο επόμενο καρέ τηλεφωνούσες, εκεί ήσουν πάντα παρών. Υπεραγαπιόμασταν, διαφωνούσαμε, γκρινιάζαμε, λέγαμε τα νέα μας, μέσα από καλώδια και μετά καληνύχτα πάντα από μακριά μην ξινίσει η αγάπη μας απ’ τη ζέστη, μην παραγεμίσει η αγκαλιά απ’ τα αγγίγματα.

Με μέτρο όλα και με αγάπη στο «ίσως». Σε εκείνο το ίσως που είχε γίνει το μεγαλύτερο παράλογό μου. Μπλεκόταν στα βράδια με φίλους, μπλεκόταν στη δουλειά, στις διακοπές και με βάραινε στο σπίτι.

Ίσως μ’ αγαπάς, όμως απλώς έχουμε διαφορετικές απόψεις για όσα έχουμε ζήσει. Ο ένας να λέει πως τα κατάφερε όλα μόνος του κι ο άλλος να λέει ότι στάθηκε κολόνα στα δύσκολα. Δεν ήταν ψέματα, βοήθησες πολύ δεν το αρνούμαι. Ήσουν κολόνα δίπλα μου τις στιγμές που δε σε χρειαζόμουν. Τις υπόλοιπες σχεδόν πάντα κάτι συνέβαινε. Εκείνα τα άχρηστα «σχεδόν» και τα «συνέβαινε», κατηγορούνται γι’ αυτό που σου κλείνανε το δρόμο.

Τα ξεπερνούσα, άναβα τσιγάρο για εκείνες τις γαμημένες συγκυρίες που μπούκαραν μπροστά και δε σε άφηναν να φτάσεις. Δεν είχε σημασία άλλωστε, μια μπλούζα ακόμα στο κρεβάτι χρειαζόταν για να μετράμε.

Μ’ αγαπούσες όμως και σφηνωνόσουν σε πουκάμισα κι αρώματα για να βγεις το βράδυ κι εγώ σφήνωνα στο κεφάλι μου μερικά ανείπωτα και το άφηνα εκεί. Μα τι να έλεγα; Ήταν προφανές ότι όλο σου το ενδιαφέρον ήταν στραμμένο σε εμένα, απλώς δε βοηθούσαν τα γεγονότα. Ε, λοιπόν ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τα γεγονότα. Μια μέρα θα τα πέταγα όλα στα σκουπίδια, αλλά όχι τώρα. Τώρα μπορεί και να ερχόσουν.

Ίσως και να μ’ αγαπούσες κι ας ήμουν εγωπαθής, γκρινιάρα και μονόχνοτη κι ας περιπλανιόμουν απ’ το κρεβάτι στην κουζίνα τις Κυριακές πίνοντας καφέ στο μπαλκόνι, μόνη. Δε με είχες αφήσει εσύ, οι καταστάσεις, τα είπαμε.

Άλλωστε όταν πίστεψα ότι έχεις φύγει στα αλήθεια, μάζεψα όλα τα ρούχα κι έφυγα, κι εσύ το έμαθες κι ήρθες πίσω. Δε βρήκες ρούχα στο κρεβάτι ούτε γεμάτα τασάκια. Είχα αερίσει και τα είχα καθαρίσει όλα. Τίποτα δε μαρτυρούσε πως είχες περάσει από εκεί μέσα. Και σε πείραξε. Δεν ήθελες να σταματήσω να μετράω γιατί μ’ αγαπούσες και ήθελες να περιμένω.

Κάποτε θα τελείωνες από όλα αυτά και θα μου έδειχνες την αγάπη σου κι εγώ η αχάριστη πήγα να σε ξεχάσω. Ευτυχώς πρόλαβες τελευταία στιγμή. Τότε άρχισα να μετράω με άλλο τρόπο τα «σ’ αγαπώ σου», τα μέτραγα με σημάδια.

Με κάτι τεράστια σημάδια που όποτε τους έριχνα φως επάνω, εκείνα γινόντουσαν αποκρουστικά κι αμέσως ντυνόμουν να μη φαίνονται. Είχες από εκείνους τους έρωτες που σημαδεύουν τους άλλους κι εγώ είχα γεμίσει πια μελανιές, δεν είχε μείνει χώρος για άλλα.

Σπουδαίο πράγμα να γεμίζεις μελανιές αγάπης, άλλωστε η αγάπη δεν είναι αθώα για να σε αφήνει να βγαίνεις αλώβητη από αυτή. Ούτε εσύ ήσουν τόσο αθώος και δεν ήσουν γιατί μ’ αγαπούσες κι όσοι αγάπησαν δεν είναι αθώοι.

Οι «και καλά σ’ αγαπώ» όμως, πόσο ένοχοι μπορούν να κριθούν για τα χρόνια, για τις μελανιές, για τους φίλους, για τα πρωινά μοναξιάς στο μπαλκόνι και για τα επόμενα; Ρωτάω κι εγώ κάτι πράγματα, αφού εσύ δεν έχεις καμία σχέση με αυτούς, μ’ αγαπάς έστω και σχεδόν, κι αυτό είναι κάτι.

Επιμέλεια Κειμένου Πέννυς Πηττά: Πωλίνα Πανέρη

Πηγή: www.pillowfights.gr

Διαβάστε περισσότερα
Advertisement

Πρόσφατα άρθρα