Πώς η Ιρλανδία έγινε ο φορολογικός παράδεισος των πολυεθνικών

Advertisement
Πώς η Ιρλανδία έγινε ο φορολογικός παράδεισος των πολυεθνικών
Advertisement

Η αρχή έχει γίνει εδώ και χρόνια. Οταν σταδιακά οι μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις, με πρώτες τις πολυεθνικές που είχαν διαρκή ενημέρωση για τις ανά τον κόσμο και ανά χώρα φορολογικές εξελίξεις συγκρίνοντάς τες άμεσα με τα ισχύοντα στις ΗΠΑ, άρχισαν -σε πρώτη φάση- να μεταφέρουν έσοδα και κέρδη στις θυγατρικές τους σε διάφορους φορολογικούς παραδείσους, αλλά και σε μια χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, την Ιρλανδία.


Τη χώρα που πρώτη έβαλε τον πήχη πολύ ψηλά όσον αφορά στη χρήση της φορολογίας ως εργαλείου για την προσέλκυση επενδύσεων και τη στήριξη της εγχώριας αγοράς και οικονομίας της. Η Ιρλανδία ήδη από τα τέλη της περασμένης δεκαετίας προχώρησε στην υιοθέτηση μιας εξαιρετικά απλής και ιδιαίτερα προσοδοφόρας πολιτικής: πολύ χαμηλός φορολογικός συντελεστής για τα παντός είδους επιχειρηματικά κέρδη, ύψους 12,5%, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φλέρταρε τότε με το 25% ή και το 30%, ενώ στις ΗΠΑ οι αντίστοιχοι συντελεστές έπιαναν ανά περίπτωση, Πολιτεία ή και επιχειρηματικό κλάδο ακόμα και το 35% στο ακραίο τους σενάριο.

Η επιλογή ήταν πολιτική, αφού επί της ουσίας έφερνε την Ιρλανδία αντιμέτωπη με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών στην Ενωση – όπερ και εγένετο με διαφορά φάσης κάποιων ετών, είναι η αλήθεια. Στο ενδιάμεσο, όμως, αυτή η απόφαση των Ιρλανδών πολιτικών μετέτρεψε τη χώρα σε μια τεράστια επιχείρηση προσέλκυσης κεφαλαίων, εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και επενδύσεων έντασης, που σύντομα μεταβλήθηκε σε υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης, στο αποκαλούμενο μέχρι πρότινος «ιρλανδικό θαύμα».

Η επιλογή για τους διοικούντες πολυεθνικούς κολοσσούς δεν ήταν δύσκολη: τα τελευταία χρόνια είναι εντυπωσιακός πια ο αριθμός εταιρειών-κολοσσών που ξεκίνησαν αρχικά με την ίδρυση μιας θυγατρικής σε ιρλανδικό έδαφος, για να καταλήξουν στη μεταφορά της έδρας τους εκεί, ενίοτε ακόμα και απορροφώντας τη μητρική από την ιρλανδική θυγατρική, σε μια προσπάθεια να επωφεληθούν το μέγιστο δυνατό κέρδος από τη συντριπτική διαφορά στη φορολόγηση μεταξύ της αμερικανικής και της ιρλανδικής αγοράς. Ονόματα όπως η Amazon, η Google, η Facebook, η Starbucks και η Apple έχουν μεταφέρει πλήρως την έδρα τους στην Ιρλανδία ή έστω διατηρούν σε αυτή την ευρωπαϊκή τους βάση.

Μάλιστα τις τελευταίες δύο εβδομάδες οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές, με το οικονομικό επιτελείο της αμερικανικής κυβέρνησης να παρατηρεί, χωρίς να μπορεί να παρέμβει, ότι μήνα με τον μήνα μεγαλώνει ο κατάλογος κορυφαίων εταιρειών της χώρας που νομίμως φοροαποφεύγουν εκμεταλλευόμενες τη δελεαστική πρόταση των Ιρλανδών. Η πρώτη συμφωνία ήταν η εξαγορά της ξενοδοχειακής αλυσίδας Starwood από τον κολοσσό της Marriott, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ο μεγαλύτερος ξενοδοχειακός όμιλος στον πλανήτη! Αμέσως μόλις έγινε γνωστό το κλείσιμο του deal, κυκλοφόρησε και η είδηση ότι ο νέος όμιλος θα έχει έδρα στην Ιρλανδία, την παλιά έδρα της Starwood. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Τζακ Λιου προσπάθησε να διαχειριστεί με ψυχραιμία και αυτή την απώλεια. Ηταν η πολλοστή συμφωνία-έξοδος από το φορολογικό σύστημα των ΗΠΑ τους τελευταίους μήνες, καθώς είχαν προηγηθεί πλείστες όσες συμφωνίες τέτοιου είδους (εμπορικές συμφωνίες συνεργασίας εταιρειών που γίνονται με γνώμονα τα φορολογικά οφέλη και είναι ευρύτερα γνωστές ως «αναστροφές»), με πρωταγωνίστριες κορυφαίες αμερικανικές εταιρείες όπως η Burger King, η Liberty Global και η Medtronic. Τα αμερικανικά δημόσια ταμεία δεν θα άντεχαν να χάσουν και τα πιθανά έσοδα των ξενοδοχείων. Πριν καν στεγνώσει το μελάνι στη συμφωνία Marriott – Starwood, ήρθε ένα ακόμα χτύπημα: η περίπτωση της εξαγοράς-μαμούθ στον χώρο των mobile games της King Entertainment από τη Rovio, αντί 6 δισ. ευρώ, τα οποία θα φορολογηθούν στη φορολογική έδρα της King (και του νέου σχήματος), την Ιρλανδία!

λιου

Ο Τζακ Λιου έπαιξε το τελευταίο του χαρτί: ήδη εδώ και έναν χρόνο το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών είχε ενημερώσει εγγράφως Βουλή και Γερουσία για το θέμα των «αναστροφών» και είχε ζητήσει τη βοήθεια των νομοθετών για να προσπαθήσει να ανακόψει το φαινόμενο και να κρατήσει στη χώρα φορολογικά έσοδα. Επανέλαβε και τώρα την έκκληση και παράλληλα εξέδωσε νέες οδηγίες για εφεξής αυστηρότερους φορολογικούς ελέγχους στις υπό συγχώνευση εταιρείες. Ωστόσο, χωρίς τη θέσπιση νέας σχετικής νομοθεσίας, η κυβέρνηση Ομπάμα δεν μπορεί να κάνει πολλά για να εμποδίσει τη «νόμιμη παράκαμψη» του εταιρικού φόρου. Και μέχρι στιγμής, κυρίως οι Ρεπουμπλικάνοι δεν φαίνονται πολύ πρόθυμοι να συνεργαστούν για την πάταξη του φαινομένου.

Την περασμένη Δευτέρα, δε, ήρθε και το τελικό χτύπημα. Η ανακοίνωση της μεγαλύτερης συμφωνίας στον τομέα της αγοράς φαρμάκου παγκοσμίως μεταξύ της αμερικανικής Pfizer και της παρασκευάστριας εταιρείας του μπότοξ Allergan. Η πρώτη εξαγοράζει τη δεύτερη αντί 160 δισ. δολαρίων, δημιουργώντας έτσι τη μεγαλύτερη φαρμακοβιομηχανία στον κόσμο. Και το πρώτο που κάνει είναι να μεταφέρει την έδρα του νέου ομίλου της στην Ιρλανδία, όπου είναι καταχωρημένη η Allergan. Εταιρικός φόρος; 12,5%. Φόρος κερδών που πλήρωσε η Pfizer πέρυσι στις ΗΠΑ; 35%. Η είδηση αυτή προκάλεσε σάλο στις ΗΠΑ, με το πλέον χαρακτηριστικό εξώφυλλο του «The New Yorker» με τίτλο «Η συγχώνευση της Pfizer και της Allergan αποτελεί όνειδος». Συγκεκριμένα σε αυτό ο αρθρογράφος τονίζει: «Σε ορίζοντα κάποιων ετών, η Pfizer θα γλιτώσει δισεκατομμύρια δολάρια σε φόρους, στερώντας τα ταυτόχρονα από τον αμερικανικό προϋπολογισμό».
Κάτι που ουδόλως απασχολεί τους μετόχους των περί ων ο λόγος εταιρειών, πολύ δε περισσότερο την ιρλανδική κυβέρνηση που αίφνης αποκτά στο έδαφός της μια τεράστια επιχείρηση, η οποία σε απόλυτα οικονομικά μεγέθη είναι μικρότερη μόνο από ολόκληρη την εθνική οικονομία της Ιρλανδίας! Για του λόγου το αληθές, ο υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας Μάικλ Νούναν δήλωσε στους δημοσιογράφους την περασμένη Δευτέρα στις Βρυξέλλες ότι η Allergan και η Pfizer σαφώς και συγχωνεύονται για «τα φορολογικά πλεονεκτήματα», όμως, όπως σημείωσε, η κυβέρνηση δεν έχει κανένα πρόβλημα με τη συμφωνία αυτή, καθώς και οι δύο εταιρείες έχουν σημαντικές επιχειρήσεις στην Ιρλανδία. Οντως η Pfizer απασχολεί 3.300 άτομα στην Ιρλανδία και έχει επενδύσει στη χώρα από το 1969 μέχρι σήμερα περί τα 7 δισ. δολάρια, ενώ η Allergan απασχολεί πάνω από 1.000 άτομα. Σύμφωνα με το Αμερικανο-ιρλανδικό Εμπορικό Επιμελητήριο, συνολικά 140.000 άνθρωποι απασχολούνται άμεσα σε πάνω από 700 εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων στην Ιρλανδία των μόλις 4,6 εκατομμυρίων κατοίκων. Για την ακρίβεια, η Ιρλανδία ήταν και πέρυσι και φέτος ο μεγαλύτερος προορισμός για άμεσες αμερικανικές επενδύσεις στον τομέα των χημικών και φαρμακευτικών προϊόντων.

Το «Διπλό Ιρλανδικό»

Με τέτοιες επιτυχίες στην άντληση επενδύσεων ήταν αναμενόμενο η Ιρλανδία να προσελκύσει την έντονη αντίδραση φίλων και ανταγωνιστών. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν το 2010 υπέγραψε το δικό της μνημόνιο για να πάρει από τους διεθνείς πιστωτές δάνειο 85 δισ. ευρώ, το πρώτο που της ζητήθηκε ήταν η κατάργηση των χαμηλών φορολογικών συντελεστών. Η τότε ιρλανδική κυβέρνηση αρνήθηκε σθεναρά να αυξήσει τους εταιρικούς φόρους και τελικά πέρασε το αίτημά της. Πλην όμως, τα τελευταία δύο χρόνια, υπό την πίεση της Ε.Ε., του ΟΟΣΑ και άλλων διεθνών οργανισμών η κυβέρνηση αναγκάστηκε τελικά να δεσμευτεί ότι θα μεταβάλει ριζικά το εταιρικό φορολογικό της καθεστώς, εν μέρει υιοθετώντας μια νομοθεσία («Διπλό Ιρλανδικό») η οποία αναγκάζει επιχειρήσεις που έχουν καταχωρηθεί φορολογικά σε αυτή να είναι και φορολογικοί κάτοικοι της χώρας καταγωγής τους.

Την ίδια ώρα όμως που θεωρητικά η Ιρλανδία παρέδιδε το φορολογικό της πλεονέκτημα, παράλληλα άνοιγε μια νέα πόρτα στη νόμιμη φοροαποφυγή. Σύμφωνα με τη «Wall Street Journal», στη νομοθεσία που εισήγαγε η ιρλανδική κυβέρνηση για την κατάργηση της προηγούμενης φορολογικής δομής της περιελήφθη μια διάταξη που επιτρέπει στις εταιρείες να μην πληρώνουν κανέναν φόρο επί των κερδών από τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τις άδειες και τα άλλα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Στις δε πατέντες που «παλιώνουν», ο φόρος περιορίζεται μόλις στο 6,25%.
Η νέα αυτή φορολογική διάταξη θα επιβάλλεται σε μια φορολογική κατηγορία που η Ιρλανδία ονομάζει «Κουτί ανάπτυξης γνώσης» (Knowledge Development Box) και θα τεθεί σε ισχύ στις αρχές του επόμενου έτους. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να καταδεικνύουν ότι τα κέρδη τους συνδέονται με πατέντες και λογισμικό με πνευματικά δικαιώματα που ήταν προϊόν έρευνας και ανάπτυξης στην Ιρλανδία. Στόχος είναι να δοθούν κίνητρα στις εγχώριες και ξένες επιχειρήσεις να προσλάβουν εξειδικευμένο προσωπικό και να ενισχύσουν την καινοτομία αντί απλώς να χρησιμοποιούν τη χώρα ως έδρα κάποιων δραστηριοτήτων τους για να πληρώνουν χαμηλότερο φόρο. Η νέα αυτή διάταξη, που επεκτείνει την τρέχουσα φορολογική ελάφρυνση σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται στις εταιρείες να προστατεύουν το 80% του εισοδήματος που προέρχεται από διπλώματα ευρεσιτεχνίας, εκτιμάται πως θα δώσει επιπλέον κίνητρα στις εταιρείες να κάνουν την Ιρλανδία φορολογική τους έδρα για την πνευματική τους ιδιοκτησία, με σκοπό να προστατευτούν από τους φόρους.

Ηδη η συγκεκριμένη φοροαπαλλαγή μελετάται από τα στελέχη εταιρειών τεχνολογίας όπως η Google.

γοογλε

Ονόματα όπως η Amazon, η Google, η Facebook, η Starbucks και η Apple έχουν πλήρως μεταφέρει την έδρα τους
στην Ιρλανδία ή έστω διατηρούν στη χώρα την ευρωπαϊκή τους βάση

Τα τελευταία δύο χρόνια, υπό την πίεση της Ε.Ε., του ΟΟΣΑ και άλλων διεθνών οργανισμών η κυβέρνηση αναγκάστηκε τελικά να δεσμευτεί ότι θα μεταβάλει ριζικά το εταιρικό φορολογικό της καθεστώς, εν μέρει υιοθετώντας μια νομοθεσία, το «Διπλό Ιρλανδικό», η οποία αναγκάζει επιχειρήσεις που έχουν καταχωρηθεί φορολογικά σε αυτή να είναι και φορολογικοί κάτοικοι της χώρας καταγωγής τους

Διαβάστε περισσότερα
Advertisement

Σχετικά άρθρα